υπολογισμός
[ipolo̞ˈɣizmos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
расчёт, вычисление
calculation, computation · μαθηματικός υπολογισμός — математический расчёт
2
оценка, прогноз
estimate, assessment · υπολογισμός κόστους — оценка стоимости
3
учёт, расчёт (в переносном смысле)
reckoning, consideration · κατά τον υπολογισμό μας — по нашей оценке
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο υπολογισμός
вин.
τον υπολογισμό
род.
του υπολογισμού
зват.
υπολογισμέ
Мн. ч.
им.
οι υπολογισμοί
вин.
τους υπολογισμούς
род.
των υπολογισμών
зват.
υπολογισμοί
Примеры
Ο υπολογισμός του εισοδήματος είναι απλός.
Расчёт доходов простой. · The income calculation is straightforward.
Κάναμε ένα υπολογισμό για τις δαπάνες του σπιτιού.
Мы составили смету расходов на дом. · We made an estimate for household expenses.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ειδικών, θα βρέξει.
По прогнозам специалистов пойдёт дождь. · According to experts' estimates, it will rain.
Ο υπολογισμός αυτός δεν λαμβάνει υπόψη τις αλλαγές.
Эта оценка не учитывает изменения. · This assessment does not account for changes.