Греческий словарь
с грамматикой

υπολογίζω

[ipologˈizo]глаголB1

Значения

1
вычислять, рассчитывать
calculate, compute · υπολογίζω το κόστος — рассчитываю стоимость
2
учитывать, принимать во внимание
take into account, consider · υπολογίζω τις δυσκολίες — учитываю трудности
3
полагать, считать, оценивать
estimate, reckon, regard · υπολογίζω κάποιον φίλο — считаю кого-то другом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπολογίζω
εσύ
υπολογίζεις
αυτός
υπολογίζει
εμείς
υπολογίζουμε
εσείς
υπολογίζετε
αυτοί
υπολογίζουν
Аорист
εγώ
υπολόγισα
εσύ
υπολόγισες
αυτός
υπολόγισε
εμείς
υπολογίσαμε
εσείς
υπολογίσατε
αυτοί
υπολόγισαν
Будущее
εγώ
θα υπολογίσω
εσύ
θα υπολογίσεις
αυτός
θα υπολογίσει
εμείς
θα υπολογίσουμε
εσείς
θα υπολογίσετε
αυτοί
θα υπολογίσουν

Примеры

Υπολόγισα το συνολικό κόστος του έργου.
Я рассчитал общую стоимость проекта. · I calculated the total cost of the project.
Πρέπει να υπολογίσουμε τις πιθανές δυσκολίες.
Мы должны учесть возможные трудности. · We need to take possible difficulties into account.
Τον υπολογίζω για έναν πολύ ικανό συνάδελφο.
Я считаю его очень способным коллегой. · I regard him as a very capable colleague.
Υπολογίζοντας τα πάντα, αυτή είναι η καλύτερη επιλογή.
Учитывая всё, это лучший вариант. · All things considered, this is the best choice.