Греческий словарь
с грамматикой

υποκύπτω

[ipɔˈkipto]глаголC1

Значения

1
поддаваться, сдаваться (под давлением, усталостью, болезнью)
to give way, to succumb (to pressure, fatigue, illness) · υποκύπτει στην πίεση — поддаётся давлению
2
уступать, отступать (в споре, конфликте)
to yield, to back down (in a dispute or conflict) · υποκύπτει στις απειλές — уступает угрозам
3
пригибаться, нагибаться (физически)
to bend, to stoop (physically) · υποκύπτει το κεφάλι — пригибается голова

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποκύπτω
εσύ
υποκύπτεις
αυτός
υποκύπτει
εμείς
υποκύπτουμε
εσείς
υποκύπτετε
αυτοί
υποκύπτουν
Аорист
εγώ
υπέκυψα
εσύ
υπέκυψες
αυτός
υπέκυψε
εμείς
υπέκυψαμε
εσείς
υπέκυψατε
αυτοί
υπέκυψαν
Будущее
εγώ
θα υποκύψω
εσύ
θα υποκύψεις
αυτός
θα υποκύψει
εμείς
θα υποκύψουμε
εσείς
θα υποκύψετε
αυτοί
θα υποκύψουν

Примеры

Δεν θα υποκύψει στις πιέσεις των αντιπάλων του.
Он не поддастся давлению своих противников. · He will not yield to the pressure of his opponents.
Ο ασθενής υπέκυψε στην ασθένεια μετά από μήνες κόπωσης.
Пациент сдался болезни после месяцев изнурения. · The patient succumbed to the illness after months of exhaustion.
Υποκύπτουν όλες οι κατασκευές υπό το βάρος του χιονιού.
Все конструкции пригибаются под тяжестью снега. · All structures bend under the weight of the snow.
Τελικά υπέκυψε και δέχτηκε την πρόταση του.
В конце концов он уступил и принял его предложение. · In the end he gave in and accepted his offer.