υποκριτής
[ipokriˈtis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
актёр
actor · ηθοποιός που παίζει σε θέατρο — артист, играющий в театре
2
лицемер, двуличный человек
hypocrite · άνθρωπος που προσποιείται — человек, который притворяется
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο υποκριτής
вин.
τον υποκριτή
род.
του υποκριτή
зват.
υποκριτή
Мн. ч.
им.
οι υποκριτές
вин.
τους υποκριτές
род.
των υποκριτών
зват.
υποκριτές
Примеры
Ο υποκριτής έπαιξε τον κύριο ρόλο στη σκηνή.
Актер сыграл главную роль на сцене. · The actor played the lead role on stage.
Οι υποκριτές της παράστασης ήταν εξαιρετικοί.
Актёры спектакля были исключительны. · The actors in the performance were excellent.
Είναι πραγματικός υποκριτής που κρύβει τα αληθινά του συναισθήματα.
Он настоящий лицемер, скрывающий свои истинные чувства. · He's a true hypocrite who hides his real feelings.
Τον αποκάλεσαν υποκριτή επειδή δεν έκανε αυτό που έλεγε.
Его назвали лицемером, потому что он не делал то, что говорил. · They called him a hypocrite because he didn't practise what he preached.