Греческий словарь
с грамматикой

υποκρίνομαι

[ipokˈrinome]глаголB2

Значения

1
притворяться, делать вид
to pretend, to feign, to act · υποκρίνεται ότι δεν ξέρει — он притворяется, что не знает
2
действовать в театре, играть роль
to act (in theatre/film), to perform · υποκρίνεται τον ήρωα — он играет роль героя

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποκρίνομαι
εσύ
υποκρίνεσαι
αυτός
υποκρίνεται
εμείς
υποκρινόμαστε
εσείς
υποκρίνεστε
αυτοί
υποκρίνονται
Аорист
εγώ
υποκρίθηκα
εσύ
υποκρίθηκες
αυτός
υποκρίθηκε
εμείς
υποκριθήκαμε
εσείς
υποκριθήκατε
αυτοί
υποκρίθηκαν
Будущее
εγώ
θα υποκριθώ
εσύ
θα υποκριθείς
αυτός
θα υποκριθεί
εμείς
θα υποκριθούμε
εσείς
θα υποκριθείτε
αυτοί
θα υποκριθούν

Примеры

Δεν υποκρίνεται ότι δεν κατάλαβε τίποτα.
Он не притворяется, что ничего не понял. · He's not pretending he didn't understand anything.
Η ηθοποιός υποκρίθηκε τέλεια στη νέα ταινία.
Актриса сыграла блестяще в новом фильме. · The actress acted brilliantly in the new film.
Πολλοί υποκρίνονται ότι είναι ευχαριστημένοι με τη δουλειά τους.
Многие делают вид, что довольны своей работой. · Many people pretend they're happy with their jobs.
Θα υποκριθώ ότι τίποτα δεν συνέβη.
Я буду делать вид, будто ничего не произошло. · I'll pretend nothing happened.