υποκατάστατο
[ipokataˈstato]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
заменитель, суррогат
substitute, replacement · υποκατάστατο του ζαχάρης — заменитель сахара
2
имитация, подделка
imitation, fake · υποκατάστατο δέρμα — искусственная кожа
Грамматика
Ед. ч.
им.
το υποκατάστατο
вин.
το υποκατάστατο
род.
του υποκαταστάτου
зват.
υποκατάστατο
Мн. ч.
им.
τα υποκατάστατα
вин.
τα υποκατάστατα
род.
των υποκαταστάτων
зват.
υποκατάστατα
Примеры
Το υποκατάστατο του βουτύρου είναι φθηνότερο.
Заменитель масла дешевле. · Butter substitute is cheaper.
Αυτό είναι απλά ένα υποκατάστατο του πραγματικού προϊόντος.
Это просто имитация настоящего товара. · That's just an imitation of the real product.
Τα υποκατάστατα συχνά δεν έχουν την ίδια ποιότητα.
Суррогаты часто не имеют такого же качества. · Substitutes often don't have the same quality.