υποεκτιμώ
[ipoektiˈmo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B2
Значения
1
недооценивать, умалять значение
to underestimate, to undervalue · υποεκτιμώ την αξία του — недооцениваю его стоимость
2
принижать, считать менее способным
to underrate, to think less of · υποεκτιμώ τις δυνατότητές του — принижаю его способности
Грамматика
Настоящее время
εγώ
υποεκτιμώ
εσύ
υποεκτιμάς
αυτός
υποεκτιμά
εμείς
υποεκτιμούμε
εσείς
υποεκτιμάτε
αυτοί
υποεκτιμούν
Аорист
εγώ
υποεκτίμησα
εσύ
υποεκτίμησες
αυτός
υποεκτίμησε
εμείς
υποεκτιμήσαμε
εσείς
υποεκτιμήσατε
αυτοί
υποεκτίμησαν
Будущее
εγώ
θα υποεκτιμήσω
εσύ
θα υποεκτιμήσεις
αυτός
θα υποεκτιμήσει
εμείς
θα υποεκτιμήσουμε
εσείς
θα υποεκτιμήσετε
αυτοί
θα υποεκτιμήσουν
Примеры
Πολλοί υποεκτιμούν τη δύναμη της εκπαίδευσης.
Многие недооценивают силу образования. · Many underestimate the power of education.
Δεν πρέπει να υποεκτιμήσουμε τα προβλήματα του πλανήτη.
Мы не должны принижать проблемы планеты. · We must not underrate the planet's problems.
Υποεκτίμησε τις δυνατότητες του αντιπάλου του.
Он недооценил способности своего противника. · He underestimated his opponent's abilities.