Греческий словарь
с грамматикой

υποδιαιρώ

[ipodieˈro]глаголC1

Значения

1
подразделять, делить на подразделения
to subdivide, to divide into subdivisions · υποδιαίρεση σε κατηγορίες — подразделение на категории

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποδιαιρώ
εσύ
υποδιαιρείς
αυτός
υποδιαιρεί
εμείς
υποδιαιρούμε
εσείς
υποδιαιρείτε
αυτοί
υποδιαιρούν
Аорист
εγώ
υποδιαίρεσα
εσύ
υποδιαίρεσες
αυτός
υποδιαίρεσε
εμείς
υποδιαιρέσαμε
εσείς
υποδιαιρέσατε
αυτοί
υποδιαίρεσαν
Будущее
εγώ
θα υποδιαιρέσω
εσύ
θα υποδιαιρέσεις
αυτός
θα υποδιαιρέσει
εμείς
θα υποδιαιρέσουμε
εσείς
θα υποδιαιρέσετε
αυτοί
θα υποδιαιρέσουν

Примеры

Η κυβέρνηση υποδιαιρεί τα υπουργεία σε διευθύνσεις.
Правительство подразделяет министерства на управления. · The government subdivides ministries into directorates.
Θα υποδιαιρέσουν τη χώρα σε νέες διοικητικές περιφέρειες.
Они подразделят страну на новые административные области. · They will subdivide the country into new administrative regions.
Ο συγγραφέας υποδιαίρεσε το βιβλίο σε πολλά κεφάλαια.
Автор разделил книгу на много глав. · The author subdivided the book into many chapters.