Греческий словарь
с грамматикой

υποδηλώνω

[ipodilˈono]глаголC1

Значения

1
намекать, подразумевать, косвенно указывать
to imply, to hint at, to suggest indirectly · υποδηλώνει κριτική — намекает на критику
2
обозначать, указывать скрытым образом
to denote, to mark in a concealed way · το σύμβολο υποδηλώνει κάτι άλλο — символ обозначает что-то другое

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποδηλώνω
εσύ
υποδηλώνεις
αυτός
υποδηλώνει
εμείς
υποδηλώνουμε
εσείς
υποδηλώνετε
αυτοί
υποδηλώνουν
Аорист
εγώ
υποδήλωσα
εσύ
υποδήλωσες
αυτός
υποδήλωσε
εμείς
υποδηλώσαμε
εσείς
υποδηλώσατε
αυτοί
υποδήλωσαν
Будущее
εγώ
θα υποδηλώσω
εσύ
θα υποδηλώσεις
αυτός
θα υποδηλώσει
εμείς
θα υποδηλώσουμε
εσείς
θα υποδηλώσετε
αυτοί
θα υποδηλώσουν

Примеры

Η σιωπή του υποδηλώνει δυσαρέσκεια.
Его молчание намекает на недовольство. · His silence implies dissatisfaction.
Το κόκκινο χρώμα υποδηλώνει κίνδυνο ή προειδοποίηση.
Красный цвет обозначает опасность или предупреждение. · The colour red denotes danger or warning.
Η αρχαία επιγραφή υποδηλώνει μια χαμένη πόλη.
Древняя надпись указывает на затерянный город. · The ancient inscription suggests a lost city.
Αυτό υποδήλωσε ότι κάτι δεν πήγε καλά.
Это намекнуло на то, что что-то пошло не так. · That hinted that something went wrong.