Греческий словарь
с грамматикой

υποδεικνύω

[ipuðiˈkniɔ]глаголB2

Значения

1
указывать, показывать (намёком, косвенно)
to suggest, to hint at, to indicate indirectly · υποδεικνύει ένα πρόβλημα — намекает на проблему
2
предлагать, рекомендовать
to propose, to recommend · υποδεικνύω μια λύση — предлагаю решение
3
обозначать, служить знаком
to denote, to be a sign of · το σύμπτωμα υποδεικνύει ασθένεια — симптом обозначает болезнь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποδεικνύω
εσύ
υποδεικνύεις
αυτός
υποδεικνύει
εμείς
υποδεικνύουμε
εσείς
υποδεικνύετε
αυτοί
υποδεικνύουν
Аорист
εγώ
υπέδειξα
εσύ
υπέδειξες
αυτός
υπέδειξε
εμείς
υποδείξαμε
εσείς
υποδείξατε
αυτοί
υπέδειξαν
Будущее
εγώ
θα υποδείξω
εσύ
θα υποδείξεις
αυτός
θα υποδείξει
εμείς
θα υποδείξουμε
εσείς
θα υποδείξετε
αυτοί
θα υποδείξουν

Примеры

Τα στοιχεία υποδεικνύουν μια σημαντική απόκλιση.
Данные указывают на значительное отклонение. · The data suggests a significant deviation.
Ο δάσκαλος υπέδειξε τα λάθη μας ευγενικά.
Учитель деликатно указал на наши ошибки. · The teacher gently pointed out our mistakes.
Θα υποδείξω μια εναλλακτική προσέγγιση στο πρόβλημα.
Я предложу альтернативный подход к проблеме. · I will suggest an alternative approach to the problem.
Τα συμπτώματα υποδεικνύουν ότι κάτι δεν πάει καλά.
Симптомы намекают на то, что что-то не так. · The symptoms suggest that something is wrong.