Греческий словарь
с грамматикой

υποβιβάζω

[ipoviˈvazo]глаголB2

Значения

1
понижать в должности, смещать
to demote, to reduce in rank · υποβιβάζω έναν υπάλληλο — смещаю сотрудника
2
унижать, уменьшать достоинство
to degrade, to humiliate · υποβιβάζει τη γυναίκα του — унижает жену
3
понижать уровень, снижать статус
to lower the status of, to reduce · υποβιβάζουν τη χώρα — снижают статус страны

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποβιβάζω
εσύ
υποβιβάζεις
αυτός
υποβιβάζει
εμείς
υποβιβάζουμε
εσείς
υποβιβάζετε
αυτοί
υποβιβάζουν
Аорист
εγώ
υποβίβασα
εσύ
υποβίβασες
αυτός
υποβίβασε
εμείς
υποβιβάσαμε
εσείς
υποβιβάσατε
αυτοί
υποβίβασαν
Будущее
εγώ
θα υποβιβάσω
εσύ
θα υποβιβάσεις
αυτός
θα υποβιβάσει
εμείς
θα υποβιβάσουμε
εσείς
θα υποβιβάσετε
αυτοί
θα υποβιβάσουν

Примеры

Τον υποβίβασαν από διευθυντή σε υπάλληλο.
Его понизили с должности директора на должность сотрудника. · They demoted him from director to employee.
Δεν πρέπει να υποβιβάζουμε τις γυναίκες στο χώρο εργασίας.
Мы не должны унижать женщин на рабочем месте. · We should not degrade women in the workplace.
Αυτή η απόφαση θα υποβιβάσει το κύρος της χώρας.
Это решение снизит престиж страны. · This decision will lower the nation's prestige.
Υποβιβάζεται συνεχώς από τον προϊστάμενό του.
Его постоянно унижает его начальник. · He is constantly humiliated by his superior.