υπνοδωμάτιο
[ipnoðoˈmatio]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
спальня
bedroom · δωμάτιο για ύπνο — комната для сна
Грамматика
Ед. ч.
им.
το υπνοδωμάτιο
вин.
το υπνοδωμάτιο
род.
του υπνοδωματίου
зват.
υπνοδωμάτιο
Мн. ч.
им.
τα υπνοδωμάτια
вин.
τα υπνοδωμάτια
род.
των υπνοδωματίων
зват.
υπνοδωμάτια
Примеры
Το υπνοδωμάτιό μας είναι πολύ άνετο.
Наша спальня очень удобная. · Our bedroom is very comfortable.
Πρέπει να καθαρίσω τα υπνοδωμάτια.
Мне нужно убраться в спальнях. · I need to clean the bedrooms.
Το παιδί κοιμάται στο υπνοδωμάτιό του.
Ребёнок спит в своей спальне. · The child sleeps in his bedroom.