Греческий словарь
с грамматикой

υπηρετώ

[ipireˈto]глаголB1

Значения

1
служить, работать на кого-то
to serve, to work for someone · υπηρετώ τον αρχηγό — служу начальнику
2
способствовать, служить (чему-то абстрактному)
to serve (a purpose, an ideal) · υπηρετώ την δικαιοσύνη — служу справедливости

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπηρετώ
εσύ
υπηρετείς
αυτός
υπηρετεί
εμείς
υπηρετούμε
εσείς
υπηρετείτε
αυτοί
υπηρετούν
Аорист
εγώ
υπηρέτησα
εσύ
υπηρέτησες
αυτός
υπηρέτησε
εμείς
υπηρετήσαμε
εσείς
υπηρετήσατε
αυτοί
υπηρέτησαν
Будущее
εγώ
θα υπηρετώ
εσύ
θα υπηρετείς
αυτός
θα υπηρετεί
εμείς
θα υπηρετούμε
εσείς
θα υπηρετείτε
αυτοί
θα υπηρετούν

Примеры

Ο Γιάννης υπηρετεί στον στρατό.
Янис служит в армии. · Yannis serves in the army.
Υπηρέτησα αυτή την εταιρεία είκοσι χρόνια.
Я служил этой компании двадцать лет. · I served that company for twenty years.
Αυτή η πολιτική υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού.
Эта политика служит интересам народа. · This policy serves the interests of the people.
Υπηρετώντας την επιστήμη, ξέχασε την οικογένειά του.
Служа науке, он забыл о своей семье. · While serving science, he forgot about his family.