Греческий словарь
с грамматикой

υπηκοότητα

[ipiko̞ˈo̞tita]существительноеη · женский родB2

Значения

1
гражданство
citizenship · έχει ελληνική υπηκοότητα — он имеет греческое гражданство
2
подданство, подданническое состояние
subjecthood, allegiance to a monarch · υπηκοότητα σε βασιλιά — подданство монарху

Грамматика

Ед. ч.
им.
η υπηκοότητα
вин.
την υπηκοότητα
род.
της υπηκοότητας
зват.
υπηκοότητα
Мн. ч.
им.
οι υπηκοότητες
вин.
τις υπηκοότητες
род.
των υπηκοοτήτων
зват.
υπηκοότητες

Примеры

Έχει διπλή υπηκοότητα, ελληνική και γαλλική.
Он имеет двойное гражданство, греческое и французское. · He holds dual citizenship, Greek and French.
Για να αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα, πρέπει να μένει εδώ.
Чтобы получить греческое гражданство, ему нужно жить здесь. · To acquire Greek citizenship, he must reside here.
Οι υπηκοότητες αυτών των χωρών διαφέρουν στα δικαιώματα.
Гражданство этих стран отличается правами. · The citizenship of these countries differs in rights.