υπεύθυνος
[ipˈeːfθinos]прилагательноеA2
Значения
1
ответственный, несущий ответственность
responsible, accountable · υπεύθυνος για το λάθος — ответственный за ошибку
2
надёжный, на которого можно положиться
reliable, trustworthy · ένας υπεύθυνος άνθρωπος — надёжный человек
Грамматика
мужской род
им.
υπεύθυνος
вин.
υπεύθυνο
род.
υπεύθυνου
зват.
υπεύθυνε
женский род
им.
υπεύθυνη
вин.
υπεύθυνη
род.
υπεύθυνης
зват.
υπεύθυνη
средний род
им.
υπεύθυνο
вин.
υπεύθυνο
род.
υπεύθυνου
зват.
υπεύθυνο
Примеры
Ο διευθυντής είναι υπεύθυνος για τα αποτελέσματα.
Директор несёт ответственность за результаты. · The director is responsible for the results.
Είναι μια υπεύθυνη και σοβαρή εργαζόμενη.
Она ответственная и серьёзная работница. · She is a responsible and serious employee.
Ποιος είναι υπεύθυνος γι' αυτό το περιστατικό;
Кто отвечает за этот инцидент? · Who is responsible for this incident?
Θέλουμε υπεύθυνους ανθρώπους στην ομάδα μας.
Нам нужны надёжные люди в нашей команде. · We need trustworthy people in our team.