Греческий словарь
с грамматикой

υπευθυνότητα

[ipefθiˈnɔtita]существительноеη · женский родB1

Значения

1
ответственность, несение ответственности
responsibility, accountability · έχω υπευθυνότητα για το παιδί — я несу ответственность за ребёнка
2
обязанность, долг
duty, obligation · η υπευθυνότητα του εργοδότη — обязанность работодателя

Грамматика

Ед. ч.
им.
η υπευθυνότητα
вин.
την υπευθυνότητα
род.
της υπευθυνότητας
зват.
υπευθυνότητα
Мн. ч.
им.
οι υπευθυνότητες
вин.
τις υπευθυνότητες
род.
των υπευθυνοτήτων
зват.
υπευθυνότητες

Примеры

Ο διευθυντής αποδέχεται την υπευθυνότητα του.
Директор принимает свою ответственность. · The director accepts his responsibility.
Έχουν μεγάλες υπευθυνότητες στη δουλειά τους.
У них большие обязанности на работе. · They have major responsibilities at work.
Η υπευθυνότητα του γονέα είναι σημαντική.
Родительская ответственность очень важна. · Parental responsibility is crucial.
Αναγνώρισε την υπευθυνότητα του για το λάθος.
Он признал свою вину за ошибку. · He acknowledged his accountability for the mistake.