υπερηφάνεια
[iperifˈania]существительноеη · женский родB1
Значения
1
гордость, гордыня
pride, arrogance · δείχνει υπερηφάνεια — проявляет гордыню
Грамматика
Ед. ч.
им.
η υπερηφάνεια
вин.
την υπερηφάνεια
род.
της υπερηφάνειας
зват.
υπερηφάνεια
Мн. ч.
им.
οι υπερηφάνειες
вин.
τις υπερηφάνειες
род.
των υπερηφανειών
зват.
υπερηφάνειες
Примеры
Η υπερηφάνεια του τον έκανε απόμακρο.
Его гордыня сделала его отчуждённым. · His arrogance made him distant.
Με πολλή υπερηφάνεια παρουσίασε τα επιτεύγματά του.
С большой гордостью он представил свои достижения. · With great pride he presented his achievements.
Η υπερηφάνειά της εμπόδισε να ζητήσει συγγνώμη.
Её гордыня помешала ей попросить прощения. · Her pride prevented her from apologizing.