Греческий словарь
с грамматикой

υπερδύναμη

[iperˈðinam i]существительноеη · женский родB2

Значения

1
сверхдержава
superpower · μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του κόσμου — одна из самых мощных держав мира

Грамматика

Ед. ч.
им.
η υπερδύναμη
вин.
την υπερδύναμη
род.
της υπερδύναμης
зват.
υπερδύναμη
Мн. ч.
им.
οι υπερδυνάμεις
вин.
τις υπερδυνάμεις
род.
των υπερδυνάμεων
зват.
υπερδυνάμεις

Примеры

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια υπερδύναμη.
Соединённые Штаты — сверхдержава. · The United States is a superpower.
Η Ρωσία ήταν υπερδύναμη κατά τη Σοβιετική περίοδο.
Россия была сверхдержавой в советский период. · Russia was a superpower during the Soviet era.
Οι δύο υπερδυνάμεις διαπραγματεύθηκαν για την ειρήνη.
Две сверхдержавы вели переговоры о мире. · The two superpowers negotiated for peace.