υπερδραματίζω
[iperðramaˈtizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
преувеличивать, делать из мухи слона
to exaggerate, to make a mountain out of a molehill · υπερδραματίζει κάθε μικρό πρόβλημα — преувеличивает каждую маленькую проблему
2
чрезмерно театрально подавать, переигрывать
to overact, to ham it up · ο ηθοποιός υπερδραματίζει τη σцηνη — актёр переигрывает сцену
Грамматика
Настоящее время
εγώ
υπερδραματίζω
εσύ
υπερδραματίζεις
αυτός
υπερδραματίζει
εμείς
υπερδραματίζουμε
εσείς
υπερδραματίζετε
αυτοί
υπερδραματίζουν
Аорист
εγώ
υπερδραματίζησα
εσύ
υπερδραματίζησες
αυτός
υπερδραματίζησε
εμείς
υπερδραματίζησαμε
εσείς
υπερδραματίζησατε
αυτοί
υπερδραματίζησαν
Будущее
εγώ
θα υπερδραματίζω
εσύ
θα υπερδραματίζεις
αυτός
θα υπερδραματίζει
εμείς
θα υπερδραματίζουμε
εσείς
θα υπερδραματίζετε
αυτοί
θα υπερδραματίζουν
Примеры
Δεν υπερδραματίζεις τα προβλήματά σου;
Ты не преувеличиваешь свои проблемы? · Aren't you exaggerating your problems?
Υπερδραματίζησε τόσο πολύ στην παράσταση.
Он так переигрывал в спектакле. · He overacted so much in the performance.
Σταμάτα να υπερδραματίζεις κάθε φορά.
Перестань каждый раз преувеличивать. · Stop exaggerating every time.