Греческий словарь
с грамматикой

υπερβαίνω

[ipervˈvɛno]глаголB2

Значения

1
превышать, переходить за границы
to exceed, to go beyond · υπερβαίνει τα όρια — превышает пределы
2
переступать через, перелезать
to climb over, to cross · υπερβαίνει το φράχτη — перелезает через забор

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπερβαίνω
εσύ
υπερβαίνεις
αυτός
υπερβαίνει
εμείς
υπερβαίνουμε
εσείς
υπερβαίνετε
αυτοί
υπερβαίνουν
Аорист
εγώ
υπέρβησα
εσύ
υπέρβησες
αυτός
υπέρβησε
εμείς
υπερβήσαμε
εσείς
υπερβήσατε
αυτοί
υπέρβησαν
Будущее
εγώ
θα υπερβώ
εσύ
θα υπερβείς
αυτός
θα υπερβεί
εμείς
θα υπερβούμε
εσείς
θα υπερβείτε
αυτοί
θα υπερβούν

Примеры

Η ταχύτητα υπερβαίνει το όριο των εκατό χιλιομέτρων.
Скорость превышает лимит в сто километров. · The speed exceeds the limit of one hundred kilometres.
Δεν πρέπει να υπερβαίνουμε τις δυνάμεις μας.
Не следует перешагивать через наши силы. · We shouldn't overstep our strength.
Υπέρβησε τον ποταμό χωρίς δυσκολία.
Он перешёл через реку без труда. · He crossed the river without difficulty.