Греческий словарь
с грамматикой

υπερβάλλω

[iperˈvalo]глаголB2

Значения

1
превосходить, переходить за границы
to exceed, to go beyond limits · υπερβαίνει τις δυνατότητές του — превосходит его возможности
2
быть чрезвычайным, выходящим за обычные рамки
to be extraordinary, exceptional · υπερβάλλουσα ευγένεια — исключительная вежливость
3
преувеличивать
to exaggerate · υπερβάλλει στις περιγραφές — преувеличивает в описаниях

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπερβάλλω
εσύ
υπερβάλλεις
αυτός
υπερβάλλει
εμείς
υπερβάλλουμε
εσείς
υπερβάλλετε
αυτοί
υπερβάλλουν
Аорист
εγώ
υπερέβαλα
εσύ
υπερέβαλες
αυτός
υπερέβαλε
εμείς
υπερβάλαμε
εσείς
υπερβάλατε
αυτοί
υπερέβαλαν
Будущее
εγώ
θα υπερβάλω
εσύ
θα υπερβάλεις
αυτός
θα υπερβάλει
εμείς
θα υπερβάλουμε
εσείς
θα υπερβάλετε
αυτοί
θα υπερβάλουν

Примеры

Η επιθετικότητά του υπερβάλλει κάθε λογικό όριο.
Его агрессивность превосходит любые разумные пределы. · His aggression exceeds any reasonable limit.
Αυτή η προσφορά υπερβαίνει τις προσδοκίες μας.
Это предложение превосходит наши ожидания. · This offer surpasses our expectations.
Μην υπερβάλλεις στη χρήση αλατιού.
Не переусложняй с солью. · Don't overdo it with the salt.
Οι δυσκολίες που υπέρβαλαν τότε ήταν απρόσμενες.
Трудности, которые возникли тогда, были неожиданными. · The difficulties that arose then were unexpected.