υπερασπιστής
[iperaˈspistis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
защитник, сторонник (идеи, принципа)
defender, champion, advocate (of an idea, principle) · υπερασπιστής των δικαιωμάτων — защитник прав
2
защитник, защищающийся (в спорте)
defender (in sports) · υπερασπιστής της ομάδας — защитник команды
Грамматика
Ед. ч.
им.
o υπερασπιστής
вин.
τον υπερασπιστή
род.
του υπερασπιστή
зват.
υπερασπιστή
Мн. ч.
им.
οι υπερασπιστές
вин.
τους υπερασπιστές
род.
των υπερασπιστών
зват.
υπερασπιστές
Примеры
Ήταν πάντα υπερασπιστής της ελευθερίας του λόγου.
Он всегда был защитником свободы слова. · He was always a champion of freedom of speech.
Οι υπερασπιστές της ομάδας έπαιξαν εξαιρετικά.
Защитники команды сыграли отлично. · The team's defenders played exceptionally well.
Θεωρείται υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Его считают сторонником прав человека. · He is regarded as an advocate for human rights.