Греческий словарь
с грамматикой

υπερασπίζω

[iperaspˈizo]глаголB2

Значения

1
защищать, отстаивать (идею, принцип, человека)
to defend, to champion, to uphold · υπερασπίζει τα δικαιώματα των γυναικών — он защищает права женщин
2
ярко выступать в поддержку, восстать в защиту
to speak up for, to stand up for · υπερασπίστηκε τον συνάδελφό του — он встал на защиту своего коллеги

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπερασπίζω
εσύ
υπερασπίζεις
αυτός
υπερασπίζει
εμείς
υπερασπίζουμε
εσείς
υπερασπίζετε
αυτοί
υπερασπίζουν
Аорист
εγώ
υπερασπίστηκα
εσύ
υπερασπίστηκες
αυτός
υπερασπίστηκε
εμείς
υπερασπίστηκαμε
εσείς
υπερασπίστηκατε
αυτοί
υπερασπίστηκαν
Будущее
εγώ
θα υπερασπίσω
εσύ
θα υπερασπίσεις
αυτός
θα υπερασπίσει
εμείς
θα υπερασπίσουμε
εσείς
θα υπερασπίσετε
αυτοί
θα υπερασπίσουν

Примеры

Ο δικηγόρος υπερασπίζει τα συμφέροντα του κατηγορουμένου.
Адвокат защищает интересы подсудимого. · The lawyer defends the accused's interests.
Πάντα υπερασπίζονταν την ελευθερία της έκφρασης.
Они всегда отстаивали свободу слова. · They always championed freedom of expression.
Θα υπερασπίσω τη δική σας θέση σε αυτή την συνέντευξη.
Я буду отстаивать вашу позицию на этом интервью. · I will uphold your position in this interview.
Υπερασπίστηκε σθεναρά τις απόψεις του παρά τις κριτικές.
Он мужественно защищал свои взгляды несмотря на критику. · He stoutly defended his views despite the criticism.