Греческий словарь
с грамматикой

υπερασπίζομαι

[iperasˈpizome]глаголB2

Значения

1
защищать, отстаивать (интересы, принципы, человека)
to defend, advocate for, champion (interests, principles, a person) · υπερασπίζομαι τα δικαιώματα — защищаю права
2
встать на защиту, поддержать (кого-либо против критики)
to stand up for, support (someone against criticism) · υπερασπίζομαι έναν φίλο — защищаю друга

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπερασπίζομαι
εσύ
υπερασπίζεσαι
αυτός
υπερασπίζεται
εμείς
υπερασπιζόμαστε
εσείς
υπερασπίζεστε
αυτοί
υπερασπίζονται
Аорист
εγώ
υπερασπίστηκα
εσύ
υπερασπίστηκες
αυτός
υπερασπίστηκε
εμείς
υπερασπιστήκαμε
εσείς
υπερασπιστήκατε
αυτοί
υπερασπίστηκαν
Будущее
εγώ
θα υπερασπιστώ
εσύ
θα υπερασπιστείς
αυτός
θα υπερασπιστεί
εμείς
θα υπερασπιστούμε
εσείς
θα υπερασπιστείτε
αυτοί
θα υπερασπιστούν

Примеры

Υπερασπίζεται τα δικαιώματα των μειονοτήτων.
Он отстаивает права меньшинств. · He champions the rights of minorities.
Η μητέρα υπερασπίστηκε το παιδί της από την κριτική.
Мать защитила своего ребёнка от критики. · The mother defended her child against criticism.
Θα υπερασπιστώ τη θέση μου στη συνέλευση.
Я буду отстаивать свою позицию на собрании. · I will defend my position at the assembly.
Πάντα υπερασπιζόμαστε τους φίλους μας.
Мы всегда встаём на защиту наших друзей. · We always stand up for our friends.