Греческий словарь
с грамматикой

υπενθυμίζω

[ipɛnθiˈmizo]глаголB1

Значения

1
напоминать (кому-либо о чём-либо)
to remind (someone of something) · υπενθυμίζω σε κάποιον κάτι — напоминаю кому-нибудь что-нибудь
2
намекать, косвенно упоминать
to allude to, hint at · υπενθυμίζει την παλιά σύγκρουση — намекает на старый конфликт

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπενθυμίζω
εσύ
υπενθυμίζεις
αυτός
υπενθυμίζει
εμείς
υπενθυμίζουμε
εσείς
υπενθυμίζετε
αυτοί
υπενθυμίζουν
Аорист
εγώ
υπενθύμισα
εσύ
υπενθύμισες
αυτός
υπενθύμισε
εμείς
υπενθυμίσαμε
εσείς
υπενθυμίσατε
αυτοί
υπενθύμισαν
Будущее
εγώ
θα υπενθυμίσω
εσύ
θα υπενθυμίσεις
αυτός
θα υπενθυμίσει
εμείς
θα υπενθυμίσουμε
εσείς
θα υπενθυμίσετε
αυτοί
θα υπενθυμίσουν

Примеры

Θέλω να σας υπενθυμίσω ότι αύριο έχουμε συνάντηση.
Я хочу напомнить вам, что завтра у нас встреча. · I want to remind you that we have a meeting tomorrow.
Το έργο υπενθυμίζει τις δυσκολίες του πολέμου.
Произведение намекает на трудности войны. · The work alludes to the hardships of war.
Συχνά υπενθυμίζει τα λάθη του παρελθόντος.
Часто упоминает ошибки прошлого. · He often brings up the mistakes of the past.
Υπενθύμισέ μας τις υποσχέσεις σου πριν φύγεις.
Напомни нам о своих обещаниях перед тем как уйти. · Remind us of your promises before you leave.