υπαστυνόμος
[ipastɪˈnomos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
подполковник (в полиции или жандармерии)
sub-commissioner, deputy police commissioner · αστυνομικός με βαθμό — полицейский с воинским чином
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο υπαστυνόμος
вин.
τον υπαστυνόμο
род.
του υπαστυνόμου
зват.
υπαστυνόμε
Мн. ч.
им.
οι υπαστυνόμοι
вин.
τους υπαστυνόμους
род.
των υπαστυνόμων
зват.
υπαστυνόμοι
Примеры
Ο υπαστυνόμος ηγείται της τοπικής αστυνομικής διεύθυνσης.
Подполковник возглавляет местное полицейское управление. · The sub-commissioner heads the local police headquarters.
Τον υπαστυνόμο αναφέρθηκαν όλες οι ανταποκρίσεις.
Подполковнику были переданы все доклады. · All reports were submitted to the sub-commissioner.
Οι υπαστυνόμοι συμμετείχαν στη σύσκεψη του υπουργείου.
Подполковники участвовали в совещании министерства. · The sub-commissioners attended the ministry briefing.