Греческий словарь
с грамматикой

υπαξιωματικός

[ipaksiomatikˈos]прилагательноеB2

Значения

1
подофицерский, сержантский
non-commissioned officer, NCO · υπαξιωματικός αξιωματικός — младший офицер

Грамматика

мужской род
им.
υπαξιωματικός
вин.
υπαξιωματικό
род.
υπαξιωματικού
зват.
υπαξιωματικέ
женский род
им.
υπαξιωματική
вин.
υπαξιωματική
род.
υπαξιωματικής
зват.
υπαξιωματική
средний род
им.
υπαξιωματικό
вин.
υπαξιωματικό
род.
υπαξιωματικού
зват.
υπαξιωματικό

Примеры

Ο υπαξιωματικός διοικούσε το τμήμα με αυστηρότητα.
Младший офицер командовал отделением со строгостью. · The NCO commanded the unit with strictness.
Οι υπαξιωματικοί έλαβαν εντολές από τον αξιωματικό.
Младшие офицеры получили приказы от офицера. · The non-commissioned officers received orders from the officer.
Η υπαξιωματική βαθμίδα απαιτεί εμπειρία.
Звание младшего офицера требует опыта. · The NCO rank requires experience.