Греческий словарь
с грамматикой

υπακούω

[ipakˈuː]глаголA2

Значения

1
слушаться, подчиняться
to obey, to comply with · υπακούω τον δάσκαλο — я слушаюсь учителя
2
внимать, слушать, прислушиваться
to listen (to), to heed · υπακούω τις συμβουλές — я слушаю советы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπακούω
εσύ
υπακούς
αυτός
υπακούει
εμείς
υπακούμε
εσείς
υπακούτε
αυτοί
υπακούν(ε)
Аорист
εγώ
υπάκουσα
εσύ
υπάκουσες
αυτός
υπάκουσε
εμείς
υπακούσαμε
εσείς
υπακούσατε
αυτοί
υπάκουσαν
Будущее
εγώ
θα υπακούσω
εσύ
θα υπακούσεις
αυτός
θα υπακούσει
εμείς
θα υπακούσουμε
εσείς
θα υπακούσετε
αυτοί
θα υπακούσουν

Примеры

Τα παιδιά υπακούν στους γονείς τους.
Дети слушаются своих родителей. · Children obey their parents.
Υπάκουσε τις οδηγίες του καθηγητή.
Он следовал указаниям учителя. · He followed the teacher's instructions.
Δεν υπακούσαν στις απαιτήσεις του.
Они не подчинились его требованиям. · They did not comply with his demands.
Θα υπακούσεις αν θέλεις να περάσεις.
Ты будешь слушаться, если хочешь пройти. · You will obey if you want to pass.