υπήκοος
[iˈpikoos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
подданный, подданная
subject (of a state or monarch) · υπήκοος του βασιλιά — подданный короля
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο υπήκοος
вин.
τον υπήκοο
род.
του υπηκόου
зват.
υπήκοε
Мн. ч.
им.
οι υπήκοοι
вин.
τους υπηκόους
род.
των υπηκόων
зват.
υπήκοοι
Примеры
Οι υπήκοοι του κράτους είχαν δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Подданные государства имели права и обязанности. · The subjects of the state had rights and obligations.
Ήταν υπήκοος του Οθωμανικού Αυτοκρατορείας.
Он был подданным Османской империи. · He was a subject of the Ottoman Empire.
Μόνο οι υπήκοοι μπορούσαν να ψηφίσουν σε εκείνη την εποχή.
В то время только подданные могли голосовать. · Only subjects could vote in that era.