Греческий словарь
с грамматикой

υπάρχω

[ipˈarχo]глаголA1

Значения

1
существовать, быть
to exist, to be · Υπάρχουν πολλοί τρόποι. — Существует много способов.
2
иметь, обладать (иметь в наличии)
to have, to possess (to have available) · Δεν υπάρχει χρόνος. — Нет времени.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπάρχω
εσύ
υπάρχεις
αυτός
υπάρχει
εμείς
υπάρχουμε
εσείς
υπάρχετε
αυτοί
υπάρχουν
Аорист
εγώ
υπήρξα
εσύ
υπήρξες
αυτός
υπήρξε
εμείς
υπήρξαμε
εσείς
υπήρξατε
αυτοί
υπήρξαν
Будущее
εγώ
θα υπάρχω
εσύ
θα υπάρχεις
αυτός
θα υπάρχει
εμείς
θα υπάρχουμε
εσείς
θα υπάρχετε
αυτοί
θα υπάρχουν

Примеры

Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς.
Нет причины волноваться. · There is no reason to worry.
Υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα μουσεία στην Αθήνα.
В Афинах много интересных музеев. · There are many interesting museums in Athens.
Πόσα λεφτά υπάρχουν στο λογαριασμό σου;
Сколько денег у тебя на счёте? · How much money do you have in your account?
Δεν υπήρχαν τέτοιες δυνατότητες παλιότερα.
Раньше не было таких возможностей. · Such opportunities did not exist before.