Греческий словарь
с грамматикой

υπάλληλος

[ipˈali.los]существительноеο · мужской родA1

Значения

1
служащий, работник, сотрудник
employee, clerk, official · υπάλληλος στο γραφείο — служащий в офисе

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο υπάλληλος
вин.
τον υπάλληλο
род.
του υπαλλήλου
зват.
υπάλληλε
Мн. ч.
им.
οι υπάλληλοι
вин.
τους υπαλλήλους
род.
των υπαλλήλων
зват.
υπάλληλοι

Примеры

Ο υπάλληλος μιλά με τους πελάτες.
Служащий разговаривает с клиентами. · The employee talks to the customers.
Η τράπεζα χρειάζεται νέους υπαλλήλους.
Банк нуждается в новых сотрудниках. · The bank needs new staff members.
Μίλησα με τον υπάλληλο της δημοτικής αρχής.
Я поговорил с чиновником муниципального управления. · I spoke with the municipal office official.
Οι υπάλληλοι της εταιρείας έχουν διακοπές τώρα.
Сотрудники компании сейчас в отпуске. · The company's employees are on holiday now.