Греческий словарь
с грамматикой

υπάγω

[iˈpaɣo]глаголA2

Значения

1
подчиняться, быть подчинённым
to be subject to, to fall under · υπάγω στους κανόνες — подчиняюсь правилам
2
относиться (к какой-либо категории), входить в состав
to come under, to belong to (a category) · υπάγω στην κατηγορία — попадаю в эту категорию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπάγω
εσύ
υπάγεις
αυτός
υπάγει
εμείς
υπάγουμε
εσείς
υπάγετε
αυτοί
υπάγουν
Аорист
εγώ
υπέταξα
εσύ
υπέταξες
αυτός
υπέταξε
εμείς
υπετάξαμε
εσείς
υπετάξατε
αυτοί
υπέταξαν
Будущее
εγώ
θα υποτάξω
εσύ
θα υποτάξεις
αυτός
θα υποτάξει
εμείς
θα υποτάξουμε
εσείς
θα υποτάξετε
αυτοί
θα υποτάξουν

Примеры

Όλοι υπάγουν στους νόμους της χώρας.
Все подчиняются законам страны. · Everyone is subject to the laws of the country.
Αυτό το θέμα υπάγεται στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου.
Этот вопрос входит в компетенцию суда. · This matter falls under the court's jurisdiction.
Η εταιρεία υποτάχθηκε στις νέες κανονισμούς.
Компания подчинилась новым правилам. · The company submitted to the new regulations.