υλοτομία
[iloˈtomia]существительноеη · женский родC1
Значения
1
вырубка лесов, лесозаготовка
timber felling, logging · η υλοτομία στα δάση — вырубка в лесах
2
право на вырубку древесины
right to fell timber · έχει υλοτομία σ' αυτό το δάσος — имеет право на вырубку в этом лесу
Грамматика
Ед. ч.
им.
η υλοτομία
вин.
την υλοτομία
род.
της υλοτομίας
зват.
υλοτομία
Мн. ч.
им.
οι υλοτομίες
вин.
τις υλοτομίες
род.
των υλοτομιών
зват.
υλοτομίες
Примеры
Η υλοτομία στην περιοχή αυτή είναι πολύ εντατική.
Вырубка лесов в этом районе очень интенсивна. · Logging in this area is very intensive.
Τα προβλήματα περιβάλλοντος προέρχονται από την υλοτομία.
Экологические проблемы вызваны лесозаготовками. · Environmental problems stem from timber felling.
Ο ιδιοκτήτης πούλησε τις υλοτομίες του περιουσιακού του στοιχείου.
Собственник продал права на вырубку своих лесных угодий. · The owner sold the logging rights to his forest property.