Греческий словарь
с грамматикой

υλοποιώ

[ilo̞pjˈo]глаголB2

Значения

1
реализовать, претворить в жизнь
to implement, to realize, to make real · υλοποίησε το σχέδιό της — она реализовала свой план
2
воплотить, осуществить (идею, проект)
to carry out, to execute (a project, idea) · υλοποιούν νέες πολιτικές — они осуществляют новые политики

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υλοποιώ
εσύ
υλοποιείς
αυτός
υλοποιεί
εμείς
υλοποιούμε
εσείς
υλοποιείτε
αυτοί
υλοποιούν
Аорист
εγώ
υλοποίησα
εσύ
υλοποίησες
αυτός
υλοποίησε
εμείς
υλοποιήσαμε
εσείς
υλοποιήσατε
αυτοί
υλοποίησαν
Будущее
εγώ
θα υλοποιήσω
εσύ
θα υλοποιήσεις
αυτός
θα υλοποιήσει
εμείς
θα υλοποιήσουμε
εσείς
θα υλοποιήσετε
αυτοί
θα υλοποιήσουν

Примеры

Ο οργανισμός υλοποιεί ένα μεγάλο έργο ανάπτυξης.
Организация реализует крупный проект развития. · The organization is implementing a major development project.
Υλοποίησαν όλες τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.
Они осуществили все необходимые реформы. · They carried out all the necessary reforms.
Θα υλοποιήσουμε τη στρατηγία μέσα στο επόμενο έτος.
Мы реализуем стратегию в течение следующего года. · We will implement the strategy over the next year.
Υλοποιώντας αυτές τις ιδέες, βελτιώσαμε την παραγωγή.
Претворяя в жизнь эти идеи, мы улучшили производство. · By putting these ideas into practice, we improved production.