Греческий словарь
с грамматикой

υιοθετώ

[ˌifi.oθeˈto]глаголB2

Значения

1
усыновлять, удочерять
to adopt (a child) · υιοθετώ ένα παιδί — усыновлять ребёнка
2
принимать, воспринимать (идею, политику и т.п.)
to adopt, to embrace (an idea, policy, etc.) · υιοθετώ μια πολιτική — принимать политику

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υιοθετώ
εσύ
υιοθετείς
αυτός
υιοθετεί
εμείς
υιοθετούμε
εσείς
υιοθετείτε
αυτοί
υιοθετούν
Аорист
εγώ
υιοθέτησα
εσύ
υιοθέτησες
αυτός
υιοθέτησε
εμείς
υιοθετήσαμε
εσείς
υιοθετήσατε
αυτοί
υιοθέτησαν
Будущее
εγώ
θα υιοθετήσω
εσύ
θα υιοθετήσεις
αυτός
θα υιοθετήσει
εμείς
θα υιοθετήσουμε
εσείς
θα υιοθετήσετε
αυτοί
θα υιοθετήσουν

Примеры

Η οικογένεια υιοθέτησε ένα ορφανό παιδί.
Семья усыновила сироту. · The family adopted an orphaned child.
Πολλές χώρες υιοθετούν νέες τεχνολογίες.
Много стран внедряют новые технологии. · Many countries are adopting new technologies.
Θα υιοθετήσουν τα παιδιά των αδελφών τους.
Они усыновят детей своих братьев и сестёр. · They will adopt their siblings' children.
Το κράτος υιοθετεί μια πιο αυστηρή στάση.
Государство принимает более жёсткую позицию. · The state is adopting a stricter stance.