υδατοσφαίριση
[iðatosˈfɛrisi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
водное поло (вид спорта)
water polo (sport) · άθλημα με μπάλα στο νερό — спортивная игра в воде с мячом
Грамматика
Ед. ч.
им.
η υδατοσφαίριση
вин.
την υδατοσφαίριση
род.
της υδατοσφαίρισης
зват.
υδατοσφαίριση
Мн. ч.
им.
οι υδατοσφαίρισες
вин.
τις υδατοσφαίρισες
род.
των υδατοσφαιρίσεων
зват.
υδατοσφαίρισες
Примеры
Η υδατοσφαίριση είναι δημοφιλές άθλημα.
Водное поло — популярный вид спорта. · Water polo is a popular sport.
Το παιδί μας παίζει υδατοσφαίριση στο σχολείο.
Наш ребёнок играет в водное поло в школе. · Our child plays water polo at school.
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες ανταγωνίζονται ομάδες υδατοσφαίρισης.
На Олимпийских играх соревнуются команды по водному поло. · At the Olympics, water polo teams compete.