Греческий словарь
с грамматикой

τυχαίνω

[tiˈxeno]глаголB1

Значения

1
случаться, происходить (по воле случая)
to happen, occur (by chance) · τυχαίνει να βρέχει — случается идёт дождь
2
посчастливиться, выпасть на долю (с дательным падежом)
to befall, to be one's lot (with dative) · του έτυχε μεγάλη τύχη — ему выпала большая удача

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τυχαίνω
εσύ
τυχαίνεις
αυτός
τυχαίνει
εμείς
τυχαίνουμε
εσείς
τυχαίνετε
αυτοί
τυχαίνουν
Аорист
εγώ
έτυχα
εσύ
έτυχες
αυτός
έτυχε
εμείς
τύχαμε
εσείς
τύχατε
αυτοί
έτυχαν
Будущее
εγώ
θα τύχω
εσύ
θα τύχεις
αυτός
θα τύχει
εμείς
θα τύχουμε
εσείς
θα τύχετε
αυτοί
θα τύχουν

Примеры

Τυχαίνει να σε γνωρίζω από παλιά.
Случается, что я давно тебя знаю. · I happen to know you from way back.
Του έτυχε να κερδίσει το λαχείο.
Ему повезло выиграть в лотерею. · He happened to win the lottery.
Τι θα τύχει άραγε στο μέλλον;
Интересно, что нас ждёт в будущем? · I wonder what will befall us in the future?
Της είχε τύχει μια δύσκολη μοίρα.
На её долю выпала трудная судьба. · A difficult fate had befallen her.