Греческий словарь
с грамматикой

τυφλώνω

[tiˈflono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
ослеплять, лишать зрения
to blind, to deprive of sight · το φως τον τύφλωσε — свет его ослепил
2
ослеплять (переносно), помешать видеть или понимать
to blind (figuratively), to obscure perception or judgment · η οργή του τον τύφλωσε — его гнев помешал ему видеть ясно

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τυφλώνω
εσύ
τυφλώνεις
αυτός
τυφλώνει
εμείς
τυφλώνουμε
εσείς
τυφλώνετε
αυτοί
τυφλώνουν
Аорист
εγώ
τύφλωσα
εσύ
τύφλωσες
αυτός
τύφλωσε
εμείς
τυφλώσαμε
εσείς
τυφλώσατε
αυτοί
τύφλωσαν
Будущее
εγώ
θα τυφλώσω
εσύ
θα τυφλώσεις
αυτός
θα τυφλώσει
εμείς
θα τυφλώσουμε
εσείς
θα τυφλώσετε
αυτοί
θα τυφλώσουν

Примеры

Το έντονο φως τον τύφλωσε για λίγα δευτερόλεπτα.
Яркий свет ослепил его на несколько секунд. · The bright light blinded him for a few seconds.
Η ζήλια τυφλώνει τους ανθρώπους και τους κάνει άδικους.
Зависть ослепляет людей и делает их несправедливыми. · Jealousy blinds people and makes them unfair.
Δεν πρέπει να τυφλώνεσαι από τις συναισθήματα σου.
Ты не должен позволять своим чувствам тебя ослеплять. · You shouldn't let your emotions blind you.
Το χέρι του τυφλώνεται στον ήλιο κάθε φορά.
Его рука ослепляется солнцем каждый раз. · His hand gets blinded by the sun every time.