Греческий словарь
с грамматикой

τυραννώ

[tiraˈno]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B2

Значения

1
тиранить, угнетать, притеснять
to tyrannize, to oppress, to rule despotically · τυραννώ τον λαό — угнетать народ
2
мучить, изводить, беспокоить
to torment, to trouble, to pester · τυραννώ κάποιον με ερωτήσεις — изводить кого-то вопросами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τυραννώ
εσύ
τυραννάς
αυτός
τυραννά
εμείς
τυραννούμε
εσείς
τυραννάτε
αυτοί
τυραννούν
Аорист
εγώ
τυράννησα
εσύ
τυράννησες
αυτός
τύραννησε
εμείς
τυραννήσαμε
εσείς
τυραννήσατε
αυτοί
τύραννησαν
Будущее
εγώ
θα τυραννήσω
εσύ
θα τυραννήσεις
αυτός
θα τυραννήσει
εμείς
θα τυραννήσουμε
εσείς
θα τυραννήσετε
αυτοί
θα τυραννήσουν

Примеры

Ο δικτάτορας τυράννησε τον λαό για δεκαετίες.
Диктатор угнетал народ в течение десятилетий. · The dictator oppressed the people for decades.
Δεν θα σε τυραννώ άλλο με τις ερωτήσεις μου.
Я больше не буду изводить тебя своими вопросами. · I won't pester you any more with my questions.
Τα άγχη τυραννούν την καθημερινότητά μας.
Заботы мучают нашу повседневную жизнь. · Worries trouble our everyday life.
Ήταν τυραννημένος από τα παιδικά του τραύματα.
Он был мучим своими детскими травмами. · He was tormented by his childhood traumas.