Греческий словарь
с грамматикой

τυπώνω

[tiˈpono]глаголA2

Значения

1
печатать (на машине, принтере)
type, print · τυπώνω κείμενο στον υπολογιστή — печатаю текст на компьютере
2
печатать (издавать, выпускать в печать)
print, publish · Ο εκδότης τυπώνει βιβλία — Издатель печатает книги

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τυπώνω
εσύ
τυπώνεις
αυτός
τυπώνει
εμείς
τυπώνουμε
εσείς
τυπώνετε
αυτοί
τυπώνουν
Аорист
εγώ
τύπωσα
εσύ
τύπωσες
αυτός
τύπωσε
εμείς
τυπώσαμε
εσείς
τυπώσατε
αυτοί
τύπωσαν
Будущее
εγώ
θα τυπώσω
εσύ
θα τυπώσεις
αυτός
θα τυπώσει
εμείς
θα τυπώσουμε
εσείς
θα τυπώσετε
αυτοί
θα τυπώσουν

Примеры

Τυπώνω το έγγραφο στον εκτυπωτή.
Я печатаю документ на принтере. · I'm printing the document on the printer.
Τύπωσε το κείμενο και το έστειλε.
Он напечатал текст и отправил его. · He typed the text and sent it.
Θα τυπώσουμε χίλιες αντίτυπα του βιβλίου.
Мы напечатаем тысячу экземпляров книги. · We will print a thousand copies of the book.
Το κείμενο τυπώνεται σε δυο στήλες.
Текст печатается в два столбца. · The text is printed in two columns.