Греческий словарь
с грамматикой

τυποποιώ

[tipopiˈo]глаголB2

Значения

1
стандартизировать, привести к единому образцу
to standardize, to make conform to a standard · τυποποιώ τα προϊόντα — стандартизирую продукты
2
формализовать, придать установленную форму
to formalize, to give an official or established form to · τυποποιώ την διαδικασία — формализую процедуру

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τυποποιώ
εσύ
τυποποιείς
αυτός
τυποποιεί
εμείς
τυποποιούμε
εσείς
τυποποιείτε
αυτοί
τυποποιούν
Аорист
εγώ
τυποποίησα
εσύ
τυποποίησες
αυτός
τυποποίησε
εμείς
τυποποιήσαμε
εσείς
τυποποιήσατε
αυτοί
τυποποίησαν
Будущее
εγώ
θα τυποποιήσω
εσύ
θα τυποποιήσεις
αυτός
θα τυποποιήσει
εμείς
θα τυποποιήσουμε
εσείς
θα τυποποιήσετε
αυτοί
θα τυποποιήσουν

Примеры

Η εταιρεία τυποποιεί τις διαδικασίες παραγωγής.
Компания стандартизирует процессы производства. · The company is standardizing its production procedures.
Θα τυποποιήσουμε τη μορφή των εγγράφων.
Мы формализуем форму документов. · We will standardize the form of the documents.
Τα προϊόντα έχουν τυποποιηθεί σύμφωνα με τις διεθνείς προδιαγραφές.
Продукты были стандартизированы в соответствии с международными спецификациями. · The products have been standardized according to international specifications.
Τυποποιούν τις απαντήσεις για να είναι αντικειμενικές.
Они формализуют ответы, чтобы они были объективными. · They formalize the answers to make them objective.