τυπογραφείο
[tipoɣraˈfi.o]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
типография, печатня
printing house, printing press · το τυπογραφείο εκτυπώνει βιβλία — типография печатает книги
Грамматика
Ед. ч.
им.
το τυπογραφείο
вин.
το τυπογραφείο
род.
του τυπογραφείου
зват.
τυπογραφείο
Мн. ч.
им.
τα τυπογραφεία
вин.
τα τυπογραφεία
род.
των τυπογραφείων
зват.
τυπογραφεία
Примеры
Δούλευε στο τυπογραφείο για δεκαπέντε χρόνια.
Он работал в типографии пятнадцать лет. · He worked at the printing house for fifteen years.
Το παλιό τυπογραφείο έκλεισε τον περασμένο χρόνο.
Старая типография закрылась в прошлом году. · The old printing press closed last year.
Ο εκδότης έστειλε το χειρόγραφο στο τυπογραφείο.
Издатель отправил рукопись в типографию. · The publisher sent the manuscript to the printing house.