Греческий словарь
с грамматикой

τυπάω

[tiˈpao]глаголA2

Значения

1
бить, ударять
to hit, to strike · τύπησε το τραπέζι — он ударил по столу
2
печатать (на машинке, клавиатуре)
to type, to print · τυπάω στον υπολογιστή — печатаю на компьютере
3
чеканить, штамповать
to stamp, to mint · τύπωση νομισμάτων — чеканка монет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τυπάω
εσύ
τυπάς
αυτός
τυπάει
εμείς
τυπάμε
εσείς
τυπάτε
αυτοί
τυπάνε
Аорист
εγώ
τύπησα
εσύ
τύπησες
αυτός
τύπησε
εμείς
τυπήσαμε
εσείς
τυπήσατε
αυτοί
τύπησαν
Будущее
εγώ
θα τυπήσω
εσύ
θα τυπήσεις
αυτός
θα τυπήσει
εμείς
θα τυπήσουμε
εσείς
θα τυπήσετε
αυτοί
θα τυπήσουν

Примеры

Τύπησε την μπάλα με δύναμη.
Он сильно ударил мяч. · He hit the ball hard.
Τυπάω γρήγορα στον υπολογιστή μου.
Я быстро печатаю на своём компьютере. · I type fast on my computer.
Τα παλιά νομίσματα τυπώνονταν με χέρι.
Старые монеты чеканились вручную. · Old coins were stamped by hand.
Θα τυπήσουμε τα έγγραφα αύριο.
Завтра мы напечатаем документы. · We will print the documents tomorrow.