Греческий словарь
с грамматикой

τυγχάνω

[tiŋˈxano]глаголB1

Значения

1
случайно встречать, натолкнуться на
to happen to meet, come across by chance · τυγχάνω τον φίλο μου στο δρόμο — случайно встречаю своего друга на дороге
2
случаться, происходить
to happen, occur · τυγχάνει να είναι αργά — случается, что уже поздно
3
получать, обретать (удачу, успех)
to obtain, attain (fortune, success) · τυγχάνει καλής τύχης — получает удачу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τυγχάνω
εσύ
τυγχάνεις
αυτός
τυγχάνει
εμείς
τυγχάνουμε
εσείς
τυγχάνετε
αυτοί
τυγχάνουν
Аорист
εγώ
έτυχα
εσύ
έτυχες
αυτός
έτυχε
εμείς
τύχαμε
εσείς
τύχατε
αυτοί
έτυχαν
Будущее
εγώ
θα τύχω
εσύ
θα τύχεις
αυτός
θα τύχει
εμείς
θα τύχουμε
εσείς
θα τύχετε
αυτοί
θα τύχουν

Примеры

Τυγχάνω να συναντώ τον Γιάννη στο σούπερ μάρκετ.
Я случайно встречаю Яниса в супермаркете. · I happen to meet Yiannis at the supermarket.
Έτυχε να βρίσκεται εκεί όταν έφτασα.
Случилось, что он был там, когда я пришёл. · It happened that he was there when I arrived.
Τυγχάνει να έχει πολλή εμπειρία στο θέμα.
Оказывается, у него большой опыт в этом деле. · It turns out he has a lot of experience in the matter.
Θα τύχουν καλής τύχης με τις επενδύσεις τους.
Им посчастливится с их инвестициями. · They will be fortunate with their investments.