τσουγάρισμα
[tsuˈɣarizma]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
чесание, расчесывание
scratching · το τσούγαρισμα του σκύλου — расчесывание собаки
2
раздражение кожи, зуд
itching, itch · αισθάνομαι τσούγαρισμα — чувствую зуд
Грамматика
Ед. ч.
им.
το τσούγαρισμα
вин.
το τσούγαρισμα
род.
του τσουγαρίσματος
зват.
τσούγαρισμα
Мн. ч.
им.
τα τσουγαρίσματα
вин.
τα τσουγαρίσματα
род.
των τσουγαρισμάτων
зват.
τσουγαρίσματα
Примеры
Το τσούγαρισμα του δέρματος είναι ενοχλητικό.
Зуд кожи раздражает. · Skin itching is bothersome.
Ο σκύλος σταμάτησε το τσούγαρισμα με τα νύχια του.
Собака перестала чесаться когтями. · The dog stopped scratching with its claws.
Τα τσουγαρίσματα στο κεφάλι προκαλούνται από τα παράσιτα.
Чесание на голове вызывают паразиты. · Itching on the head is caused by parasites.