Греческий словарь
с грамматикой

τσαντίζω

[tsanˈdizo]глаголB1

Значения

1
обманывать, надувать (кого-то)
to cheat, to swindle, to con · τον τσάντισε στο παιχνίδι — он его надул в игре
2
выручить деньги обманным путём
to get money by deception · τσάντισε χρήματα από τους φίλους — выманил деньги у друзей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τσαντίζω
εσύ
τσαντίζεις
αυτός
τσαντίζει
εμείς
τσαντίζουμε
εσείς
τσαντίζετε
αυτοί
τσαντίζουν
Аорист
εγώ
τσάντισα
εσύ
τσάντισες
αυτός
τσάντισε
εμείς
τσαντίσαμε
εσείς
τσαντίσατε
αυτοί
τσάντισαν
Будущее
εγώ
θα τσαντίσω
εσύ
θα τσαντίσεις
αυτός
θα τσαντίσει
εμείς
θα τσαντίσουμε
εσείς
θα τσαντίσετε
αυτοί
θα τσαντίσουν

Примеры

Ο φίλος μου με τσάντισε στο ποκέρ.
Мой друг надул меня в покер. · My friend cheated me at poker.
Δεν θα με τσαντίσει ξανά με αυτό το κόλπο.
Он не сможет надуть меня этим трюком снова. · He won't be able to con me with that trick again.
Τσαντίζει τους παλιούς για χρήματα κάθε εβδομάδα.
Каждую неделю он выманивает деньги у стариков. · Every week he swindles elderly people out of money.