Греческий словарь
с грамматикой

τρώω

[ˈtroːo]глаголA1

Значения

1
есть, питаться
eat · τρώω ψωμί — ем хлеб
2
корродировать, разъедать (о ржавчине, кислоте)
corrode, eat away · η σκουριά τρώει το μέταλλο — ржавчина разъедает металл

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τρώω
εσύ
τρώς
αυτός
τρώει
εμείς
τρώμε
εσείς
τρώτε
αυτοί
τρώνε
Аорист
εγώ
έφαγα
εσύ
έφαγες
αυτός
έφαγε
εμείς
φάγαμε
εσείς
φάγατε
αυτοί
έφαγαν
Будущее
εγώ
θα φάω
εσύ
θα φάς
αυτός
θα φάει
εμείς
θα φάμε
εσείς
θα φάτε
αυτοί
θα φάνε

Примеры

Τρώω ένα μήλο κάθε πρωί.
Я ем яблоко каждое утро. · I eat an apple every morning.
Χθες έφαγα στο εστιατόριό του.
Вчера я ел в его ресторане. · Yesterday I ate at his restaurant.
Θα φάμε μαζί την Πέμπτη.
Мы будем есть вместе в четверг. · We'll eat together on Thursday.
Η σκουριά τρώει το σίδηρο.
Ржавчина разъедает железо. · Rust corrodes the iron.