τρυφερότητα
[triferoˈtita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
нежность, мягкость, деликатность
tenderness, softness, delicacy · η τρυφερότητα της μητέρας — материнская нежность
2
чувствительность, ранимость
sensitivity, vulnerability · η τρυφερότητά του — его ранимость
3
изнеженность, избалованность
delicacy of constitution, fragility · η τρυφερότητα των σωμάτων — нежное телосложение
Грамматика
Ед. ч.
им.
η τρυφερότητα
вин.
την τρυφερότητα
род.
της τρυφερότητας
зват.
τρυφερότητα
Мн. ч.
им.
οι τρυφερότητες
вин.
τις τρυφερότητες
род.
των τρυφεροτήτων
зват.
τρυφερότητες
Примеры
Η τρυφερότητα του παιδιού ήταν εμφανής σε κάθε κίνηση.
Нежность ребёнка была очевидна в каждом движении. · The child's delicacy was evident in every movement.
Εκτιμώ την τρυφερότητα των συναισθημάτων του.
Я ценю тонкость его чувств. · I appreciate the sensitivity of his feelings.
Με τρυφερότητα κράτησε το χέρι του ασθενούς.
Он нежно сжимал руку больного. · She held the patient's hand with tenderness.
Οι τρυφερότητές του τον έκαναν ευάλωτο.
Его чувствительность делала его уязвимым. · His sensitivities made him vulnerable.