Греческий словарь
с грамматикой

τρυπώ

[triˈpo]глаголA2

Значения

1
сверлить, пробивать отверстие
to drill, to make a hole · τρυπώ ένα τοίχο — сверлю стену
2
кусать, прокусывать (о насекомых, животных)
to bite, to sting · το κουνούπι με τρύπησε — комар меня укусил

Грамматика

Настоящее время
εγώ
τρυπώ
εσύ
τρυπάς
αυτός
τρυπά
εμείς
τρυπάμε
εσείς
τρυπάτε
αυτοί
τρυπάνε
Аорист
εγώ
έτρυψα
εσύ
έτρυψες
αυτός
έτρυψε
εμείς
τρύψαμε
εσείς
τρύψατε
αυτοί
έτρυψαν
Будущее
εγώ
θα τρυπήσω
εσύ
θα τρυπήσεις
αυτός
θα τρυπήσει
εμείς
θα τρυπήσουμε
εσείς
θα τρυπήσετε
αυτοί
θα τρυπήσουν

Примеры

Ο τεχνικός τρυπά τον τοίχο για να βάλει ένα ράφι.
Техник сверлит стену, чтобы установить полку. · The technician drills the wall to install a shelf.
Με τρύπησε ένα κουνούπι χθες το βράδυ.
Комар укусил меня вчера вечером. · A mosquito bit me yesterday evening.
Θα τρυπήσουμε δύο τρύπες για τα καρφιά.
Мы просверлим две скважины для гвоздей. · We'll drill two holes for the nails.