Греческий словарь
с грамматикой

τροφοδότης

[trofoˈðotis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
поставщик (продовольствия, сырья)
supplier (of food, raw materials) · ο τροφοδότης του εργοστασίου — поставщик завода
2
питатель, кормилец (букв. и переносно)
provider, sustainer (literal and figurative) · ο τροφοδότης της οικογένειας — кормилец семьи

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο τροφοδότης
вин.
τον τροφοδότη
род.
του τροφοδότη
зват.
τροφοδότη
Мн. ч.
им.
οι τροφοδότες
вин.
τους τροφοδότες
род.
των τροφοδοτών
зват.
τροφοδότες

Примеры

Ο τροφοδότης του νοσοκομείου εργάζεται με αξιοπιστία.
Поставщик больницы работает надежно. · The hospital's supplier works reliably.
Οι τροφοδότες της περιοχής συνεργάζονται στενά.
Поставщики региона тесно сотрудничают. · The suppliers in the region collaborate closely.
Ήταν ο κύριος τροφοδότης της κοινότητας για δεκαετίες.
Он был главным кормильцем общины на протяжении десятилетий. · He was the main sustainer of the community for decades.